Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Ελένη Στεφανοπούλου - Δυο ποιήματα

Raul Oscar Martinez, Alter Ego
ALΤER EGO

Μνήμη Ελπήνορος


Η πόλη αποκοιμήθηκε
μεθυσμένη
 πάνω στη στέγη του παλατιού της Κίρκης.

Τώρα αγουροξυπνημένη και εύχαρις
γκρεμοτσακίζεται
πάνω στο «χάλκαιον χέρι του φόβου».

Το πλοίο τράβηξε για τ’ ανοιχτά.

Οι αργυραμοιβοί θερίζουν άδικο και δίκιο
χαλκεύουν τις high tech αλυσίδες μας.

Στους πρόποδες της πόλης
οι ελαιώνες στραγγίζουν.
Τα δάση γκρίζα, μολυβένια
τραγουδάνε τους θρήνους τους
ενώ το ρίγος μιας υγρασίας πλατύφυλλης
μουδιάζει τα μέλη μας.

Μα η κόρη η ηλιόφωτη, η καλλίκωμος
με τις λευκές παρειές
 και τους ξανθούς βοστρύχους
έχοντας διαπεράσει τα πάντα
 παραμένει

κι εγώ γράφω στα πόδια σου
βροχές ερώτων
απ’ αλλού φερμένες.

Αράχνες ξεψυχάτε
μες στους δρόμους της σιγής.
Πρηνής βαδίζω.

Η πόλις έπερσεν.
Η πόλις εάλω.

Βοά το Μεσολόγγι
Για μια έξοδο.

Μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι.

Αργυραμοιβοί, ακούστε το.
Χίλιες και μία πέθανα
Πάνω σε σταυρούς
Μακρύς ο δρόμος.

Ελευθερία με λεν.

Ακούστε το

(2-3-2011)

Raul Oscar Martinez, Antes de qu

ΓΗ ΝΑΙΔ

Μαζί σου θα ’μαι.
Στον αιώνα.

Εκείνη που ζέφυροι μακρινοί
την έφεραν και την ακούμπησαν
πάνω σε βακούφια και σε καθαρτήρια ψυχών

Πώς σε κοιτάζει! είπε.
Μ’ αρέσει, είπε, πώς σε κοιτάζει.

Ήμασταν χορτάτοι από άστρα κι ουρανό
τα σπίτια μας κοντά
κι έρχονταν όλο και πιο κοντά
καθώς ξεμάκραιναν.

Ντυθήκαμε ρούχα πλουμιστά, πολύχρωμα
μάσκες αρχαϊκές
λόγια μυστικά, ακατάληπτα

κι ύστερα πίσω, στον Αχέροντα,
να λάμνουμε με τα κουπιά της λήθης
ως εκεί που τα σπίτια στέρεα
ριζώνουν πάνω στους βράχους.

Πώς ο άνεμος μας πέταγε
 άστοργα στη θάλασσα.
Πώς μανιάζει
 πάνω από τα δέντρα και τα κύματα
και ξεπατώνει τα σπίτια μας.


Μ’ αρέσει, είπε, πώς σε κοιτάζει.
Πώς σε κοιτάζει! είπε.

Ένα ένα πετάξαμε τα ρούχα μας
μένοντας μόνο
 με το χιτώνα που φορέσαμε κατάσαρκα.
Σαν το κρεμμύδι.

Και τότε είδαμε:

πώς φιλιώνουν και ξεδιπλώνονται τα κύματα
όταν το ένα βρίσκει τ’ άλλο

πώς λιποθυμάει ο άνεμος
από το άρωμα του γιασεμιού

και γαληνεύει η θάλασσα
στην κόχη του ορίζοντα.

Μαζί σου θα ’μαι.
Στον αιώνα.

Η μνήμη είναι ατελεύτητη. Ακοίμητη.

(21-2-2011 )

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Από ΄δώ και πάνω τραγουδώ για τη φωτιά*


Πώς να νικήσουμε την Μέδουσα, χωρίς να μας παγώσει το δολοφονικό της βλέμμα

Του Κώστα Σβόλη


«Στρατιώτη μου, τη μάχη θα κερδίσει,
όποιος πολύ το λαχταρά να ζήσει.
Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει,
στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει»

Ι. Καμπανέλλης

Βρισκόμαστε μέσα στο μάτι του κυκλώνα και το πύκνωμα του ιστορικού χρόνου που διανύουμε πολλές φορές μας εγκλωβίζει σε μια παραλυτική ακινησία. Με δέος παρακολουθούμε τα γεγονότα να εγγράφονται πάνω στο σώμα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, και να το προσαρμόζουν στις νέες επιταγές της καπιταλιστικής αναδόμησης. Άλλοτε πάλι, τρομαγμένοι, απλά χώνουμε το κεφάλι μας στην άμμο ελπίζοντας να ξημερώσει κάπου αλλού. Οι πιο θαρραλέοι ίσως σκεφτούν να πουλήσουν ακριβά το τομάρι τους. Η βαριά σκιά της βαρβαρότητας πέφτει πάνω μας απειλητικά και προμηνύει νέα που δεν θέλουμε να ακούσουμε. Απέναντι όμως στην βαρβαρότητα υπάρχει πάντα ένα Ή. Στην εποχή της η Ρόζα Λούξεμπουργκ το περιέγραψε με την λέξη σοσιαλισμός. Στην εποχή μας ίσως αυτό το Ή να έχει πολλά ονόματα και πολλαπλές αποχρώσεις, αλλά παραμένει το μεγάλο Ή απέναντι στην βαρβαρότητα, παραμένει ο δρόμος ή οι δρόμοι προς την κοινωνική χειραφέτηση και την απελευθέρωση από την κυριαρχία και την εκμετάλλευση.

Ο χρόνος είναι τώρα και εδώ. Είναι ένας χρόνος που, επειδή τρέχει με μεγάλες ταχύτητες, είναι συνέχεια καρφωμένος σε αυτήν αναγκαιότητα του τώρα και εδώ: ό, τι πρέπει να κάνουμε, πρέπει να το κάνουμε τώρα και εδώ, και πρέπει να ξεκινήσει εδώ και τώρα. Δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε έναν άλλο τόπο, δεν μπορούμε να περιμένουμε έναν άλλο χρόνο, δεν υπάρχει κανένας πέρα από εμάς που να μπορεί να εκτοξεύσει αυτό το Ή ως ατσάλινη σφήνα ενάντια στην βαρβαρότητα. Δεν πρόκειται πρόκειται για ένα αμυντικό Ή, που σαν περίκλειστο κάστρο θα προσπαθήσει να διαφυλάξει τις ψευδαισθήσεις των παλιών καιρών. Πρόκειται για ένα επιθετικό Ή, που εμπεριέχει τους γόνιμους σπόρους ενός νέου κόσμου.

Σ’ αυτή την καταλυτική στιγμή αγνώστου διάρκειας, απέναντι στα πολλαπλά πρόσωπα της βαρβαρότητας πρέπει να αντιτάξουμε την υπεράσπιση της ζωής - όχι της γυμνής ζωής, της απλής ύπαρξης, αλλά της κοινωνικής ζωής, των κοινωνικών σχέσεων και των κοινωνικών δεσμών που την συγκροτούν. Πρέπει να έχουμε πολλά να χάσουμε για να νικήσουμε και αυτό απαιτεί την επανεφεύρεση μιας κοινωνικής ζωής όπου οι κοινωνικές σχέσεις και οι κοινωνικοί δεσμοί θα ανασυσταθούν μέσα από τα δικά μας χειραφετητικά προτάγματα και θα συγκροτηθούν γύρω από τα κοινά αγαθά, ως τόπο και τρόπο ανασύστασης της κοινωνικής ζωής. Εννοούμε σχέσεις που θα νοηματοδοθούν μέσα από την ελευθέρια, την ισότητα, την αυτονομία και την αλληλεγγύη, το ακατάβλητο δημιουργικό πράττειν. Μονάχα τότε θα έχουμε πολλά να χάσουμε για να μπορέσουμε να νικήσουμε. Δεν μπορούμε να περιμένουμε πρώτα να νικήσουμε και μετά να δημιουργήσουμε το νέο κόσμο, δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε τον νέο κόσμο χωρίς να νικάμε. Πρέπει να νικάμε δημιουργώντας και να δημιουργούμε νικώντας.

Απέναντι στο δολοφονικό βλέμμα της βαρβαρότητας και το παραλυτικό δηλητήριο του φόβου και της απόγνωσης, δεν μπορούμε να αποστρέψουμε το βλέμμα μας, ελπίζοντας ότι θα μείνουμε ανέγγιχτοι από τον ζόφο που κυκλώνει τα πάντα γύρω μας. Όμως, για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε την βαρβαρότητα χωρίς να μας καθηλώσει η βία και το εύρος των μέσων που αυτή μπορεί να μεταχειριστεί ενάντια στην ίδια την ανθρώπινή μας υπόσταση, έχουμε ανάγκη ένα κάτοπτρο. Ένα κάτοπτρο μέσα από το οποίο θα μπορέσουμε να αποδομήσουμε την φαινομενική παντοδυναμία του καπιταλισμού. Ένα κάτοπτρο μέσα από το οποίο θα γίνουν ορατά τα αδύνατα σημεία, οι θρυμματισμένες αρθρώσεις του καπιταλιστικού συστήματος που, για μια ακόμα φορά, καταφεύγει στα δεκανίκια του φασισμού για να μπορέσει να επιβάλει την κυριαρχία του.

Χρειαζόμαστε ένα κάτοπτρο για να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε τις ρωγμές πάνω στο σώμα της καπιταλιστικής κυριαρχίας, χωρίς να μας εμποδίσει η φυσικότητα την οποία ως κοινωνία αποδίδουμε στις καπιταλιστικές σχέσεις μετά τρεις αιώνες και κυριαρχίας και επέκτασής τους. Το υλικό αυτού του κάτοπτρου δεν μπορεί παρά να είναι οι ίδιοι οι αγώνες, τα κοινωνικά κινήματα και οι κοινωνικές αντιστάσεις. Αν κοιτάξουμε μέσα από αυτά τον καπιταλισμό, θα μπορέσουμε να δούμε πώς να ορθώσουμε αυτό το Ή ενάντια στην βαρβαρότητα του.

Τη στιγμή, αυτή την καταλυτική στιγμή αγνώστου διάρκειας, που η φτωχοποίηση των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων συνοδεύεται με την προσπάθεια χειραγώγησής τους μέσα από τον εκφασισμό της κοινωνίας και την μετατροπή του ρατσισμού σε βασική μορφή της διαχείρισης των «από κάτω», τη στιγμή που η απόγνωση την οποία γεννάει η επίθεση του κεφαλαίου συναντάει την φασιστική βία και την τελετουργία του εξαγνισμού του καπιταλισμού μέσα από την εξόντωση και την απανθρωποποίηση των μεταναστών, αυτό το Ή δεν μπορεί να συγκροτηθεί στο αφηρημένο πεδίο της ιδεολογίας, της επίκλησης των ανθρωπιστικών αξιών και του ανορθολογισμού της φασιστικής ιδεολογίας, στην ελπίδα μιας μελλοντικής επανάστασης. Αυτή την καταλυτική στιγμή αγνώστου διάρκειας, που όμως είναι εδώ και τώρα, αφού αυτός είναι ο χωρόχρονος της, αυτό το Ή χρειάζεται έδαφος για να το υπερασπιστούμε και ταυτόχρονα να συγκροτηθεί.

Σε αυτό το υπό συγκρότηση έδαφος, στο οποίο θα υπερασπιζόμαστε την αναδημιουργούμενη κοινωνική ζωή των νέων χειραφετητικών κοινωνικών σχέσεων και δεσμών, μπορούμε να ανασυστηνόμαστε ως ένας νέος λαός, πέρα από εθνικούς, φυλετικούς, θρησκευτικούς, έμφυλους διαχωρισμούς και ταυτότητες. Ένας λαός που θα συγκροτείται μέσω μιας διαρκούς συντακτικής διαδικασίας, ο λαός του κομμουνισμού και της ελευθερίας. Στο έδαφος της νέας κοινωνικής ζωής μέσα από τις νέες κοινωνικές σχέσεις και δεσμούς του κομμουνισμού και της ελευθερίας: εκεί είναι που μπορούμε να δώσουμε την μάχη και να νικήσουμε γιατί αυτά που θα έχουμε να χάσουμε θα είναι πολλά, γιατί θα λαχταράμε τόσο πολύ αυτή τη ζωή, που δεν θα αφήσουμε τίποτα να την καταστρέψει.

Αυτή τη νέα ζωή, αυτό το νέο έδαφος, αυτό το νέο λαό δεν μπορούμε παρά να τα δημιουργήσουμε με την υπεράσπισή τους, εδώ και τώρα, τώρα και εδώ. Απέναντι στα φασιστικά τάγματα εφόδου, να αντιτάξουμε της ταξιαρχίες της λαϊκής αυτοάμυνας αυτού του νέου λαού. Όμως, για να υπάρξουν οι ταξιαρχίες αυτοάμυνας πρέπει να υπάρξει ο λαός και για να υπάρξει ο λαός πρέπει να υπάρχουν οι ταξιαρχίες, αυτά τα δύο δεν μπορούν παρά να γίνουν ταυτόχρονα.

Το νέο έδαφος δεν είναι μια φανταστική ουτοπία, δεν είναι μια επίκληση ιδεολογικών αρχών, δεν είναι μια νέα γη της επαγγελίας. Είναι το έδαφος των σχέσεων αλληλεγγύης, είναι το έδαφος των δομών παραγωγής των δυνατοτήτων και των ικανοτήτων να υπάρξουμε ως κοινωνία, ως λαός ενάντια και πέρα από τον κυριαρχία του εμπορεύματος και την εκμετάλλευση της αφηρημένης εργασίας, είναι το έδαφος αναπροσδιορισμού των κοινωνικών αναγκών και επιθυμιών μας. Είναι το έδαφος να πολεμήσουμε το ζόφο και το έρεβος του φασισμού. Είναι ένας κόσμος να φτιάξουμε καθώς τον υπερασπιζόμαστε, είναι ένας κόσμος που τον υπερασπιζόμαστε καθώς τον φτιάχνουμε.

Μόνο έτσι θα νικήσουμε!

* από στίχο του Γιάννη Αγγελάκα

Πηγή:  http://rednotebook.gr/build/logo.gif

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Όταν οι λέξεις "καρφώνονται σαν πρόκες"-Δυο ποιήματα του Παύλου Πετρή

 Ο Παύλος είναι 25 ετών. Γιατί διάλεξα τα ποιήματά του; Επειδή, επιτέλους, διάβασα σύγχρονη ποίηση που δεν έχει γραφτεί για να εντυπωσιάσει και επειδή οι λέξεις που επιλέχθηκαν στην ουσία ΔΕΝ επιλέχθηκαν, αλλά κύλησαν  τόσο απλά και αυθεντικά όπως το αίμα κυλάει από την πληγή.
Κι ακόμα περισσότερο, επειδή άκουσα τον ήχο αυτών των λέξεων -πράγμα σπάνιο τελευταία- όταν καρφώνονταν στο μυαλό και την ψυχή μου.

"Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Να μην τις παίρνει ο άνεμος"
 Μ. Αναγνωστάκης

Το βιογραφικό του Παύλου Πετρή (όπως το έχει γράψει ο ίδιος στον ιστότοπο του):

"Γεννήθηκα στο Ήρα στις 29 Μαρτίου του 1987. Αν πίστευα στα ζώδια θα ήμουν κριός. Έζησα κάποια χρόνια εκτός εμβέλειας της μνήμης μου στο πατρικό της μητέρας μου στον Υμηττό αλλά όσο θυμάμαι τον εαυτό μου ζω στην Πεύκη, απέναντι από το δάσος. Όταν ήμουν δεκατριών χρονών ο πατέρας μου πέθανε από καρκίνο.
Διαβάζω συνέχεια και οτιδήποτε πέσει στα χέρια μου, αλλά προτιμώ την αμερικάνικη λογοτεχνία. Αγαπημένοι συγγραφείς και ήρωες μου: Chandler, Kerouac, Ferlinghetti, Bukowski, Vonnegut και Robbins. Παράλληλα ακούω και παίζω μουσική – μπάσο, ukulele και λίγο μαντολίνο. Είμαι εφτά χρόνια σε ένα συγκρότημα που παίζει rock n roll, λέγεται Raintear, και κυκλοφόρησε το πρώτο του album με τίτλο Buena Suerte Motherfuckers το Γενάρη του 2011.
Για δυο χρόνια και κάμποσο έγραφα στο φοιτητικό περιοδικό Καλειδοσκόπιο όπου ήμουν υπεύθυνος για τη στήλη των ήχων, τη στήλη του περιοδικού που ασχολείται με τη μουσική. Τώρα γράφω εδώ. Κυριακές θα βάζω καινούρια.

Λέγομαι Παύλος και αυτά είναι τα ποιήματα μου…"




Κέντρο


Έρχεται ο τρίτος,
λένε, παγκόσμιος
και ούτε αυτός
θα είναι ταξικός
γαμώτο

και τα σύννεφα που
μοιάζουν πίνακες
δεν μου αρκούν
τώρα

Απλά ξορκίζω τη δειλία μου
έτσι
Αν είχα το θάρρος να
σηκώσω όπλο, ίσως
να μην ξανάπιανα μολύβι
ή ίσως να γραφα
χωρίς τύψεις κι ενοχές.

Κατεβαίνω στο κέντρο

Έχει ποιήματα στον δρόμο
έχει βήματα,
νεκρούς που ακόμα περπατάνε
Έχει ποιήματα ψηλά,
φλόγες που λίγο θέλει
να κάψουνε τον ουρανό

Χάνω την υπομονή μου

Ωραίοι άνθρωποι
με σακούλες / ψώνια από παπουτσάδικα
και έξυπνα κινητά
Άσχημοι γέροι
να μοιράζονται βιβλία
και εγώ μαζί τους
να θυμίζω άσχημο γέρο
στα 25, γαμώτο,
με κιτρινισμένα δάχτυλα από το κάπνισμα

και η πόλη καπνίζει
όμορφα
μόνο το βιβλιοπωλείο
λυπήθηκα λίγο,
μην κάηκε
κάποιο βιβλίο
που έγραφε κάπου
την απάντηση

Ας είναι,
θα γράψουμε
καινούρια βιβλία
που καίνε, δεν καίγονται και
ρωτάνε αντί να απαντούν

Γιατί η καταγωγή μου
είναι από εδώ
ενώ το όνειρο μου
από άλλο κόσμο

και τα αδέρφια μου
είναι διαμάντια,
διαυγή και άθραυστα
και
όταν θέλουν
χαράζουν
τα πάντα





Τώρα – Εδώ


Ευτυχισμένος εάν έκανα
το ταξίδι του Οδυσσέα
μου ευχήθηκα να ζήσω 1.000 χρόνια
για να μάθω ό,τι χρειάζεται

Δεν τραγουδώ με λύπη
δηλώνω πίστη
στον άνθρωπο
δηλώνω πίστη στη μουσική
και τα αδέρφια μου
στις εικόνες και τους ρυθμούς

Είμαι παιδί της λογικής και των αστεριών
είμαι παιδί της Παλαιστίνης
και της Τσιάπας και της αντίστασης
όχι του θεάτρου ή της κουλτούρας

Δεν τραγουδώ με λύπη
η φωνή μου
δεν ταιριάζει
στο ηττημένο απαισιόδοξο
και αν έχω γύρω μου
σωρό φασίστες, πατριώτες και εχθρούς
(έχουν ασύρματους έχουν
και όπλα
και εμείς είμαστε εγκληματίες
που κοιτάνε από μπαλκόνια περιμένοντας)
με τη μάχη συμβιβάστηκα
εδώ και χρόνια

Είμαι παιδί όσων
δεν πιστεύουν στη βία, τις θυσίες, και την καταστροφή
παιδί
του Gandhi, του Dr. King
και του Siddhartha

Είμαι παιδί
των από κάτω και όσων αμύνονται
παιδί
της Davis, του Άρη
και του I.R.A.

Δεν τραγουδώ με λύπη
δεν έχω σχέση ή συγγένεια
με την avant – garde,
το μεταμοντέρνο,
και τους ακαδημαϊκούς που μιλάνε
κάθε γλώσσα
με γαλλική προφορά και εγωπάθεια

Είμαι παιδί
της εποχής μου
και κάθε άλλης εποχής
πριν και μετά,
δεν φοβάμαι να γνωρίζω

Είμαι παιδί
κάθε μάνας ευγενικής,
κάθε αλκοολικού, ζητιάνου, ναρκομανούς,
πρόσφυγα, κρατουμένου, επαναστάτη, νεκρού,
ανάπηρου, ερωτευμένου, αντιρρησία, σχιζοφρενούς,
ελεύθερου ανθρώπου

Δεν τραγουδώ με λύπη
και δεν θέλω σχέσεις
με κανέναν
ορθόδοξο κομμουνιστή
με κανέναν
διανοούμενο καθώς – πρέπει βολεμένο πενηντάρη
αριστερό

Δεν τραγουδώ με λύπη
η φωνή μου δεν κοιμάται
σε κάποιο ηρωικό χτες,
σε κάποιο έθνος ή πατρίδα,
και αν “παίζουν” εκλογές
και αν “παίζουν” σπουδές,
εγώ
έχω Γη και Ελευθερία

Ίσως να μην χρειάζομαι
άλλα όπλα
εκτός από τα χέρια και τα δόντια μου

και όταν μου κρύβεις τον ήλιο,
κοιτάζω τον λαιμό σου
και νιώθω γεύση αίματος
στον ουρανίσκο μου πολιτισμέ

και όταν στηρίζεσαι στους ώμους μου
για να δεις τον ήλιο,
έχω πόδια δυνατά σαν βουνά
σύντροφε

Είμαι παιδί
της ημέρας
έχω επιστρέψει
και είμαι εκατομμύρια
είμαι παιδί της ουτοπίας και μιας καλύτερης ζωής

Δεν τραγουδώ με λύπη
η φωνή μου αναπνέει στις πλατείες
και όποιος ξέρω
είναι άνθρωπος ωραίος

Φέρνω μαζί μου
το δάσος και τη θάλασσα

Φέρνω τα όνειρα

Στις πόλεις
γίνομαι μεγάλος σαν το δάσος
γίνομαι κύμα
ψάχνω κάτι καλό / βλέπω τον ήλιο
και του μιλάω

Δεν τραγουδώ με λύπη
πιτσιρικάς
μαζεύω πέτρες
και τις πετάω στα άρματα

Στρατιώτες / σκυλιά / αστυνόμοι
με διαλύουν με ριπές
από τη Γάζα στη Τιεν Αν Μεν στο Ιράκ
στην Κύπρο στην Οαχάκα
από το κέντρο της Αθήνας στο Ντέρρυ στη Σιέρα Λεόνε
στο πανεπιστήμιο του Κέντ και τη Συρία

Μα κάποια μέρα
κάτω απ’ τη γη
θα βρω πέτρες
να περνάνε από το ατσάλι
και τα όπλα
σχίζοντας / μηδενίζοντας

Πιτσιρικάς
πετάω πέτρες
και κομμάτια πεζοδρόμιο
στο τώρα

Στο ορκίζομαι
στον ήλιο
ΔΕΝ ΠΕΘΑΊΝΩ
δεν μπορείς να με σκοτώσεις
στο ορκίζομαι πως θα νικήσω
δεν πεθαίνω

Δεν τραγουδώ
όχι τώρα
δεν τραγουδώ

Έχω μια κραυγή
που δεν μπορώ να βγάλω
και μου πιέζει το στήθος από μέσα

Έχω πολλές –
Έχω πολλές κραυγές
μα πνίγει όλες τις λέξεις
η οργή
αδέρφια

Δεν τραγουδώ τυχαία
αδέρφια
ΚΆΤΩ Ο ΘΆΝΑΤΟΣ

Ιερά μου νιάτα
Ιερό μου μίσος
Ιερή ζωή μου
Ιεροί Beat Ιερή ποίηση Ιερή πάλη
Ιερό ουρλιαχτό
Ιερή Ιερή ζωή μου πάλι Ιερή η μητέρα που την έδωσε
Ιεροί φίλοι και γυναίκες και αγάπη συγκεκριμένη
που την έκαναν ότι είναι
Ιεροί σύντροφοι
Ιερή αλήθεια
Ιερός
μονάχα
ο Άνθρωπος

Παύλος Πετρής
Paul H. Stone Poetry

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

DARK SIDE OF THE LENS



 Βραβεία:
  • Best Cinematography, Rhode Island International Film Festival, 2011
  • Action Sports Category, Vimeo Awards 2012
  • G-Raid Driven Creativity award - Professional Category
  • Best Cinematography, 5Point Film Festival 2011
  • Grand Prize - Chamonix Film Festival 2011
  • Best short - New York Surf Film Festival 2011
  • Digital short of the Year, Surfer Poll
  • Relentless Short Stories 2011
  • Amstel Surf Film Festibal, Peoples Choice award
  • Best short, Sheffield Adventure Film Festival
  • Best International Short, Canadian Surf Film Festival
  • Best Short, Waimea Ocean Film Festival

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Η Ομάδα 43

Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος είχε τελειώσει, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης άνοιγαν τη φρίκη τους, οι περίπου 60 χιλιάδες Εβραίοι στρατιώτες που είχαν πολεμήσει με τις βρετανικές δυνάμεις εναντίον του Άξονα επέστρεψαν στα σπίτια τους, για να ανακαλύψουν πως ο φασισμός δεν είχε συντριβεί όπως τους είχαν πει, αλλά υπήρχε ακόμη δίπλα τους. Ο Oswald Mosley, ηγέτης των Εγγλέζων μελανοχιτώνων, ξανάστησε την οργάνωση εκείνη που ήταν υπεύθυνη για διωγμούς Εβραίων και κομμουνιστών στις γειτονιές των πόλεων της Αγγλίας, και ειδικότερα στο Λονδίνο, πριν από τον πόλεμο.

Οι κάτοικοι των συνοικιών αυτών του ανατολικού Λονδίνου, που τότε ακόμα ήταν φτωχογειτονιές με μεγάλη αναλογία Εβραίων κατοίκων, είχαν ζωντανές αναμνήσεις από αναμετρήσεις όπως η «μάχη της Cable Street» στο East End. Στη μάχη αυτή, τον Οχτώβρη του ’36, περίπου τριακόσιες χιλιάδες αντιφασίστες, ανάμεσά τους μέλη από εβραϊκές, σοσιαλιστικές, αναρχικές και κομμουνιστικές οργανώσεις, καθώς και ομάδες Ιρλανδών, συγκρούστηκαν στα οδοφράγματα με τους περίπου 10.000 αστυνομικούς που προσπάθησαν να ανοίξουν το δρόμο για να περάσουν οι φασίστες του Mosley μέσα από το East End.


Ο Mosley επιχείρησε να αναβιώσει την Ένωση Βρετανών Φασιστών μετά τον πόλεμο, βοηθούμενος από άλλα φυντάνια, όπως ο Jeffrey Hamm, ηγέτης της ομάδας Σύνδεσμος Βρετανών Απόστρατων. Ως το 1947 το κοινό αίσθημα ήταν εναντίον των φασιστών, θεωρώντας τους υπεύθυνους για όλες τις θηριωδίες των Ναζί. Ωστόσο, με τα γεγονότα στην Παλαιστίνη το 1947 και το ξέσπασμα μεγάλων αντισημιτικών ταραχών στο Λίβερπουλ, οι φασιστικές οργανώσεις βρήκαν πρόσφορο έδαφος. Μόνο ο “Σύνδεσμος” έκανε 52 συγκεντρώσεις στο Λονδίνο εκείνη τη χρονιά. Η συμμετοχή αυξανόταν εκθετικά: από 600 με 700 άτομα σε μια συγκέντρωση στο Dalston του ανατολικού Λονδίνου τον Ιούλιο, σε 3.000 τον Οχτώβρη. Οι επίσημες εβραϊκές οργανώσεις, παρά το ότι έβλεπαν τον αντισημιτισμό να επιστρέφει, προτίμησαν να μην αντιπαρατεθούν, διότι ανησυχούσαν για την εικόνα της κοινότητας.

Έτσι, μια ομάδα νεαρών Εβραίων, 43 τον αριθμό στην πρώτη τους συνάντηση, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της και ξεκίνησε να χτυπά τους φασίστες μέσα στις γειτονιές του Λονδίνου. Έτσι γεννήθηκε η «ομάδα 43», μια οργάνωση που είχε σκοπό «να ξεσκεπάσει το φασισμό και να τον καταστρέψει». Καθώς η οργάνωση διευρύνθηκε και στις γραμμές της μπήκαν και μη Εβραίοι αντιφασίστες, απέκτησε παραρτήματα, ειδικότερα στις εργατικές γειτονιές του ανατολικού Λονδίνου, και επέκτεινε τη δράση της. Διέλυαν με τις παρεμβάσεις τους τις συγκεντρώσεις των φασιστών, επιτίθονταν στους εφημεριδοπώλες τους, επισκέπτονταν τα γραφεία τους με αγαθές προθέσεις και ενημέρωναν πολίτες που γράφονταν εν αγνοία τους σε οργανώσεις-βιτρίνες του φασιστικού κόμματος. Μάλιστα, συχνά οι πολίτες τους οποίους προσέγγιζαν συνεργάζονταν στη συνέχεια με την οργάνωση, δίνοντάς της πληροφορίες από τα μέσα. Η μαχητική τους δράση στο δρόμο κατάφερε να συντρίψει τους φασίστες του Mosley και να σταματήσει τη φασιστική προπαγάνδα. Πράγματι, όταν πλέον οι συγκεντρώσεις της “Ένωσης” σταμάτησαν και η εφημερίδα τους δεν κυκλοφορούσε στις γειτονιές, η Ομάδα 43 θεώρησε ότι πέτυχε το σκοπό της και αυτοδιαλύθηκε το 1950.

Ακολουθεί ένα βίντεο από ένα σχετικό ντοκιμαντέρ του ΒΒC. Το ενδιαφέρον εδώ είναι τα δύο μεγάλα ζητήματα που βάζουν οι Εβραίοι αντιφασίστες, τα οποία είναι πολύ καίρια και για την εποχή μας. Το πρώτο είναι το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στους πιο μαχητικούς αντιφασίστες, οι οποίοι –συνήθως για άντρες πρόκειται– ειδικεύονται στη σώμα με σώμα μάχη στο δρόμο, και στα λιγότερο μαχητικά μέλη. Είναι ξεκάθαρο από τα λεγόμενα ότι εν πολλοίς υπήρχε μια σχέση ανάθεσης, απλούστατα διότι δεν μπορούσαν όλοι, ή δεν είχαν τη διάθεση, να συγκρουστούν στο δρόμο. Η παρουσία πολλών αγωνιστριών και αγωνιστών στους δρόμους έδινε άλλα πολιτικά χαρακτηριστικά στη δράση, που την έκαναν να φεύγει από την απλή αντιπαράθεση δύο γυμνασμένων συμμοριών.

Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει με την αντιμετώπιση κάποιων πολιτών που έμπαιναν –εν αγνοία τους– σε οργανώσεις-βιτρίνα του φασιστικού κόμματος. Οι κοινωνικές συνισταμένες, φυσικά, της δράσης των φασιστικών κομμάτων, καθώς και η ίδια η μορφή του κοινωνικού συνόλου διαφέρει από το τότε στο σήμερα. Ωστόσο, η στάση των αντιφασιστών απέναντι σε υποκείμενα που δεν ήταν μαχόμενοι φασίστες, αλλά βρίσκονταν υπό την επιρροή των φασιστικών οργανώσεων με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, βάζει σε σκέψεις. Το κλίμα στη μεταπολεμική Αγγλία ήταν ίσως πρόσφορο σε έναν διάχυτο αντιφασισμό, με το εργατικό κίνημα σε μια σχετική άνοδο, με το εργατικό κόμμα στην κυβέρνηση, με νωπές τις εμπειρίες από τις φρικαλεότητες του πολέμου. Το σκεπτικό της οργάνωσης δεν δείχνει να θέλει να περιχαρακωθεί σε έναν ιδεολογικά καθαρό αντιφασισμό, να θέλει να βάλει διαχωρισμούς του τύπου: εμείς οι συνειδητοποιημένοι και ο βόθρος της κοινωνίας απέναντί μας, που, τι να κάνουμε, πρέπει να τον υποστούμε. Αντίθετα, φαίνεται να θέλει να πάρει τον κόσμο με το μέρος της, προσφέροντάς του διεξόδους για πρακτική δράση και συνεισφορά στον αντιφασιστικό αγώνα.

Ίσως το Άουσβιτς να έκανε τη συγγραφή νέας ποίησης αδύνατη, όπως είχε πει ο Αντόρνο, ωστόσο οι Εβραίοι αντιφασίστες έδειξαν με το κέφι και τη διαύγειά τους πως υπάρχει, ακόμα και για τους φορείς της φρίκης, μια διέξοδος που δεν περνά απαραίτητα μέσα από τον επαναστατικό πεσιμισμό.


Για περαιτέρω διάβασμα:
Hillman, N. (2001). «Tell me chum, in case I got it wrong. What was it we were fighting during the war? The Re-emergence of British Fascism, 1945-58». Contemporary British History 15 (4): 1-34
Morris Beckman, 2000. «The 43 Group». Centerprice Publications.
ΠΗΓΗ:  http://spinanelcuore.files.wordpress.com/2008/09/cropped-45_thumb.jpg

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2012

Συζήτηση περί Ολοκληρωτισμού/Ακροδεξιάς/Δεξιάς με το Φώτη Τερζάκη



Μια συζήτηση περί Ολοκληρωτισμού/Ακροδεξιάς/Δεξιάς με το Φώτη Τερζάκη στο blog:

 ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ή ΤΙΠΟΤΑ


  • Κύρια χαρακτηριστικά του Ολοκληρωτισμού (11:13)
  • Φιλελευθερισμός-Ολοκληρωτισμός-Σοβ. Ένωση (13:33)
  • Μεσοπόλεμος και Συγχρονικότητα (17:09)
  • Εθνικοσοσιαλισμός - Φασισμός - Ακροδεξιά (18:02)
  • "Χρυσή Αυγή"
  • {Αντιφάσεις - Βιολογία - Ψυχολογία} (20:35)
  • Πολιτισμική "Καθαρότητα" (26:06)
  •  Έλληνες Εθνικοσοσιαλιστές; (28:02)
  • Η επιλογή της "Χρυσής Αυγής" [Μετασχηματισμός Του Φόβου] (29:26)
  • Στρατός - Αστυνομία - Ακροδεξιά (31:39)
  • Τα... σοσιαλιστικά συνθήματα (33:14)
  • Ο πατριωτικός χώρος (35:26)
  • Μετανάστες [Οι σύγχρονοι Εβραίοι] (36:57)
  • Η κοινοβουλευτική "Χρυσή Αυγή" (39:44)
  • Η ρητορική της "Νέας Δημοκρατίας" (41:43)
  • Το πολιτικό περιεχόμενο της "Νέας Δημοκρατίας" (43:31)
  • Οι αντοχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (46:51)

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Patti Smith - Βanga 2012

Banga είναι το όνομα του σκύλου από το βιβλίο του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα. Η ίδια, στο βιβλιαράκι που συνοδεύει το cd, αναφέρει ότι και το "April Fool" είναι επηρεασμένο από τον Μπουλγκάκοφ και τον Νικολάι Γκόγκολ.

Το "Mosaic" αναφέρεται στην Katniss Everdeen, την ηρωίδα της τριλογίας Αγώνες Πείνας.

Το "Constantine's Dream" είναι ένας πίνακας του Πιέρο ντέλα Φρανσέσκα.

Το "Tarkovsky (The second stop is Jupiter)" αναφέρεται σ' αυτόν, ενώ το "Μaria" μιλάει για την ηθοποιό Μαρία Σνάιντερ.

Τέλος, με τρυφερό τρόπο και βαθιά κατανόηση, η Patti αποχαιρετάει την Amy Winehouse με το "This is the girl".


Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον καλό φίλο Κώστα για το δώρο του νέου έργου της αγαπημένης Πάτι.

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΡΗΤΟΡΕΙΑ ΤΩΝ «ΑΚΡΩΝ»

του Φώτη Τερζάκη

Ι.
Η έκπληξη που επεφύλασσαν οι πρόσφατες εκλογές στην Ελλάδα, με την καταβαράθρωση όλων των δυνάμεων που συνασπίστηκαν υπό την κυβέρνηση Παπαδήμου για να επιβάλουν τη βούληση του ευρωπαϊκού διευθυντηρίου στην πολλαπλά τραυματισμένη ελληνική κοινωνία, ανακίνησε τρόμους μεν από την πλευρά εκείνων που είχαν εθιστεί στο αδιαμφισβήτητο μονοπώλιο της ισχύος, τρελές ελπίδες δε από την πλευρά εκείνων που είχαν πειστεί ότι είναι πολύ πιο ανίσχυροι απ’ όσο πραγματικά ήταν· και μέσα στην παραζάλη των έκτακτων συμβάντων δεν δόθηκε η σημασία που έπρεπε στο γεγονός ότι ο πραγματικός θριαμβευτής των εν λόγω εκλογών ήταν η εκλογική αποχή, που σημείωσε τα υψηλότερα ποσοστά στην ιστορία της (σχεδόν 37%!)… 

            Η εκλογική αποχή προκαλεί πάντα αμηχανία και υπάρχει μια σιωπηρή συστράτευση όλων των καθεστωτικών δυνάμεων, των κατευθυνόμενων ΜΜΕ περιλαμβανομένων, στον δημόσιο στιγματισμό της. Καταλαβαίνει κανείς τούς λόγους:  δεν είναι μόνον ότι η κοινοβουλευτική παρωδία στις διοικούμενες κοινωνίες μας θεσμοποιεί και κατοχυρώνει ένα διπλό ψεύδος – ότι οι εκλεγμένοι «εκπρόσωποι» όντως εκπροσωπούν την εκλογική τους βάση, και ότι οι κρίσιμες κοινωνικές αποφάσεις όντως παίρνονται μέσα στο κοινοβούλιο· ούτε μόνον ότι η αυταπάτη τής «δημόσιας συμμετοχής» που εκπροσωπούν οι εκλογές είναι μια πολύτιμη βαλβίδα εκτόνωσης της δυσαρέσκειας και εκτροπής της από βίαιες εκρήξεις κοινωνικής ανταρσίας· είναι επίσης και προπαντός ότι τα πολιτικά κόμματα έχουν καταλήξει να αντιπροσωπεύουν τυποποιημένα συστήματα αντιλήψεων και συμπεριφορών που καθιστούν το λαϊκό σώμα προβλέψιμο και, άρα, χειραγωγήσιμο. Το ποσοστό τού λαϊκού σώματος που αρνείται να ψηφίσει είναι το απειλητικό απροσδιόριστο, η εντροπική ζώνη όλων των γραφειοκρατικών σχεδιασμών, η άβυσσος στην οποία μπορεί να ελλοχεύουν κάθε είδους απρόβλεπτες δυνάμεις. Και όντως ελλοχεύουν. Αν υπάρχει ακόμα ένα ίχνος ελπίδας στη σημαδεμένη εκλογική τράπουλα, αν είναι ακόμα δυνατές εκλογικές ανατροπές όπως αυτή που πρόσφατα είδαμε ––και ακόμη περισσότερο όπως εκείνη που επίκειται στις δεύτερες εκλογές–– είναι χάρη στον ρόλο που έχει αυτός ο εξωγενής και απρόσκλητος ρυθμιστής των εκλογικών αναμετρήσεων, που δεν εκπροσωπείται από κανέναν κοινοβουλευτικό σχηματισμό και δεν καταγράφεται σε κανένα γκάλοπ. 

            Στις παρούσες συνθήκες ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε το επιλεγμένο όργανο ενός μεγάλου μέρους των «μη εκπροσωπουμένων» για να στείλουν ένα εύγλωττο απειλητικό μήνυμα στην κεντρική πολιτική σκηνή. Σε μικρότερο βαθμό, το ίδιο έγιναν και ακροδεξιοί σχηματισμοί όπως οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» και η «Χρυσή Αυγή». Σε αυτό οφείλεται η αντίστοιχη επιτυχία τους, και όχι βέβαια σε μια καθαρή και αδιατάρακτη σχέση εκπροσώπησης με τους ψηφοφόρους τους, που θα ήταν τραγικό σφάλμα να εκληφθεί ως δεδομένη. Η κίνηση της διογκούμενης μάζας των «μη εκπροσωπουμένων» προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά έχει φυσικά τεράστια σημασία και δεν είναι κάτι που μπορεί να παραβλεφθεί ανέμελα· ακόμη μεγαλύτερη όμως έχει να διαπιστωθεί το σημείο σύγκλισης όλων αυτών των ετερογενών κατά τα άλλα δυνάμεων των «άκρων» ––όπως λέει μια κολλώδης δημοσιογραφική γλώσσα–– οι οποίες, κανείς ας μην έχει αμφιβολία επ’ αυτού, διαθέτουν ένα πολύ μεγαλύτερο απόθεμα από εκείνο που ήδη έδειξαν μέσα στον όγκο ακριβώς των εκλογικά απεχόντων… Αυτό το σημείο σύγκλισης, λέω, είναι η εναντίωση στη δικτατορία των αγορών, επικεντρωμένη σ’ εκείνη την ειδική της όψη υπό την οποία τη βρίσκει αυτή τη στιγμή απέναντί της η ελληνική κοινωνία: τους συνασπισμούς τού ευρωπαϊκού χρηματοοικονομικού κεφαλαίου και των αυταρχικών του πολιτικών διαμεσολαβητών. Το παραπλανητικό σύνθημα της «εθνικής ανεξαρτησίας» πρέπει να διαβάζεται σαν μια παραπλανημένη εναντίωση στο παγκοσμιοποιούμενο κεφάλαιο και στα θεσμικά όργανά του (ελληνικά επίσης κατά τον βαθμό που τους αντιστοιχεί). 

            Το βράδι των εκλογών ένας καλός δημοσιογράφος (ο Σταύρος Λυγερός) έλεγε ότι το παρόν διακύβευμα έχει δύο διακριτούς άξονες: τον παραδοσιακό Αριστερά-Δεξιά, και τον πρόσφατο Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο. Η εκτίμηση αυτή χρειάζεται κάποια τροποποίηση. Το δίλημμα Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο δεν είναι αριστερό δίλημμα, και δεν νομίζω ότι χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω πολύ επί τού ότι κάθε «αριστερά» άξια του ονόματος της (διότι υπάρχει κάποιο όριο στο ξεχείλωμα των λέξεων το οποίο δεν υπερβαίνεται ατιμωρητί: μωραίνει Κύριος όν βούλεται απωλέσαι) έχει εξ ορισμού, δηλαδή αυτοδικαίως, αντιμνημονιακό προσανατολισμό. Ο άξονας Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο διχάζει πραγματικά μόνο τη δεξιά, και αυτό είναι που δίνει στην ελληνική αριστερά σήμερα μια μοναδική στον κοινοβουλευτικό της βίο πολιτική ευκαιρία – εκείνη που της υπέκλεψαν μετά τις εκλογές τού 1958 οι καθεστωτικές δυνάμεις που άνοιξαν τον δρόμο στην απριλιανή δικτατορία, και πάλι μεταξύ 1977-81 ο Ανδρέας Παπανδρέου… 

Το συμπέρασμα που αβίαστα βγαίνει από τα παραπάνω είναι ότι, αν υπάρχει αντικειμενικά δυνατότητα στην Ελλάδα σήμερα για μια ευρεία και ριζοσπαστική συσπείρωση των κοινωνικά ανίσχυρων και των άγρια αδικημένων και περιφρονημένων στρωμάτων (περιλαμβανομένων των μεταναστών, που είναι οργανικό και αναπόσπαστο πλέον κομμάτι τής ελληνικής κοινωνίας), συσπείρωση η οποία στην προβλεπόμενη διεύρυνσή της θα είχε ελπίδες ν’ απορροφήσει το δεξιό «άκρο» κατευθύνοντάς το προς έναν όλο και πιο ορθολογικά επεξεργασμένο στόχο, θα εξαρτηθεί από την αταλάντευτη εμμονή στην άμεση τακτική επιδίωξη τής απόκρουσης των ευρωπαϊκών εκβιασμών και αναπομπής τού προβλήματος στους γεννήτορές του, τις εγκληματικές «αγορές», με στρατηγικό βάθος ένα πρόγραμμα παραγωγικής αναδιοργάνωσης προσανατολισμένο όχι στην «αγορά» αλλά στους ίδιους τους παραγωγούς/καταναλωτές και ελεγχόμενο στο μέγιστο δυνατόν από τους ίδιους· πρόγραμμα του οποίου καθοδηγητική αξία οφείλει να είναι όχι ακριβώς η «ανάπτυξη» (διότι στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάμε για σκοινί!) αλλά η μεθοδευμένη αποανάπτυξη – που σημαίνει, συρρίκνωση στο μέτρο τού δυνατού τής σφαίρας τής κυκλοφορίας των κεφαλαίων και αύξηση του κοινωνικού πλούτου με απεξάρτηση όσο το δυνατόν περισσότερων κοινωνικών δραστηριοτήτων από την εμπορευματική αγορά. Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να μη συμφωνεί μαζί μου ότι αυτή είναι η μόνη νόμιμη ερμηνεία τού όρου «κομμουνισμός»· το βέβαιον είναι ότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ ελπίζει να καταστεί συντονιστικός μεσολαβητής μιας τέτοιας συσπείρωσης, αυτός είναι ο μόνος δρόμος στον οποίον έχει πραγματική εντολή να πορευτεί – ανεξαρτήτως τού πόσο πολλοί ή λίγοι είμαστε έτοιμοι, και αν τελικά θα πειστούμε, να αναστείλουμε την εκ πεποιθήσεως εκλογική μας απεργία για τον στηρίξουμε.  

ΙΙ.
Το άρθρο του Ανδρέα  Πανταζόπουλου στη Νέα Εστία (Φεβρουάριος-Μάρτιος 1012) με τίτλο «Ο εθνικολαϊκισμός ως ιδεολογία. Η διεθνής εμπειρία και η ελληνική περίπτωση» είναι η λόγια εκδοχή τής ευτελούς δημοσιογραφικής ρητορείας περί «κινδύνου των άκρων». Παρουσιάζεται σαν μια ψύχραιμη, «επιστημονική» κριτική μιας πολιτικής ιδεολογίας, αλλά δυσκολεύεται να κρύψει τον δικό του ιδεολογικό χαρακτήρα καθώς ολισθαίνει σε μια σειρά θεωρητικών ατοπημάτων που τον εκθέτουν και στο πιο ανυποψίαστο μάτι. «Σκοπός μας είναι», λέει προγραμματικά, «να δείξουμε τη συστατική σχέση τού λαϊκισμού με τον εθνικισμό, ότι δηλαδή είναι αδύνατον να κατανοήσουμε μια λαϊκιστική κινητοποίηση, λαϊκιστικό κίνημα, λαϊκιστικό κόμμα ή και “κοσμοαντίληψη” χωρίς τη συμφυή εθνικιστική της διάσταση» (σελ. 214)· και λίγες γραμμές πιο κάτω: «Ακόμα και […] όταν θεωρείται ότι έχουμε να κάνουμε με “αμιγώς” κοινωνιολαϊκιστικές κινητοποιήσεις ή “ιδεολογίες”, όταν δηλαδή ο υποδεικνυόμενος και καταγγελλόμενος από τους λαϊκιστές εχθρός είναι μόνο οι “αποπάνω” (οι “΄λίγοι”, η “πλουτοκρατία”, η “ελίτ”, οι “ισχυροί”, το “κατεστημένο”) ακόμα και τότε, ο εθνικισμός ή ο εθνοτισμός (οι οποίοι υποδεικνύουν ως εχθρό τον “απέναντι”, τον ξένο, με τον οποίον συνεργάζονται οι ντόπιες “ελίτ”) διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο ως προς τη δόμηση των αιτημάτων των κυριαρχουμένων». Από πού προκύπτει αυτό, αλήθεια; Γιατί κάθε αμιγώς ταξική σύγκρουση θα πρέπει να δεχθεί καταστατικά τη ρετσινιά τού εθνικισμού; Μήπως για να πούμε ότι, εξ αντιστρόφου, η μόνη αθώωση από το εθνικιστικό στίγμα θα ήταν η συναίνεση στον κοινωνικό δαρβινισμό τού φιλελευθερισμού τής αγοράς; Δεν εκπλήσσει λοιπόν ο τρόπος με τον οποίον βιάζει καταφανώς τα δεδομένα του ώστε να στηρίξει την ιδεολογική προπαραδοχή του: μιλώντας για τους ρώσους ναρόντνικους στη σελ. 216, ας πούμε, γράφει «με βάση αυτές τις αξίες θα προτείνουν να οργανωθεί η αντίσταση του ρωσικού λαού, ναρόντ, που είναι το ισοδύναμο του γερμανικού Volk, και που ταυτόχρονα σημαίνει “λαός” και “έθνος”». Μόνο που στα ρωσικά υπάρχει μια άλλη έννοια ειδικώς για το έθνος, νάτσιγια, που σημαίνει ακριβώς το έθνος-κράτος· η επιλογή τού όρου ναρόντ συνδηλώνει την αυτοδιοικούμενη και από παραγωγική άποψη σχετικώς αυτάρκη λαϊκή κοινότητα, υποδεικνύοντας ότι το πραγματικό διακύβευμα πίσω από τις αντιπαρατιθέμενες διεκδικήσεις τού «εθνικού» ήταν ακριβώς η αντίσταση των λαϊκών κοινοτήτων στην «εκσυγχρονιστική» βία τού κράτους, η οποία σημαίνει πάντα υπαγωγή στην κεφαλαιοκρατική αγορά και τον γραφειοκρατικό/αστυνομικό έλεγχο – άλλωστε όλος ο ρωσικός αναρχισμός πήγασε από το λίκνο τού ναροντνικισμού: μήπως θα πρέπει να εκχωρήσουμε και αυτόν στις «εθνικιστικές ιδεολογίες»; Ομοίως, στη σελ. 220, η παράθεση ενός χωρίου τού Αϊζάια Μπέρλιν που αναφέρεται στον Χέρντερ ––«Η πίστη στην αξία τού ανήκειν σε κάποια ομάδα ή κουλτούρα που, για τον Χέρντερ τουλάχιστον, δεν είναι πολιτική και μάλιστα είναι αντιπολιτική, διαφορετική από τον εθνικισμό και αντιτιθέμενη σε αυτόν»–– ερμηνεύεται από τον συγγραφέα ως επίταση των χαρακτηριστικών εκείνων που ο Χέρντερ ρητά αρνείται! Κοκ.  

            Το κεντρικό πρόβλημα με το άρθρο τού Πανταζόπουλου είναι ότι ερμηνεύει διασταλτικά την έννοια του «λαϊκισμού» ώστε να συμπεριλάβει ουσιαστικά όλες τις  συλλογικές επιδιώξεις που αντιτίθενται στη φιλελεύθερη συναίνεση και στον κοινοβουλευτικό συνταγματισμό. Και κάνοντας αυτό, συγχέει σκόπιμα τεραστίως αποκλίνουσες ως προς την πολιτική τους σημασία τάσεις και κινήματα: τον ρωσικό ναροντνικισμό του δέκατου ένατου αιώνα, τον Περονισμό στην Αργεντινή, την εμπειρία τής αλγερίνικης επανάστασης, το κίνημα του Πουζαντισμού στη Γαλλία τής δεκαετίας τού ’50, μέχρι τα σύγχρονα ακροδεξιά κινήματα της Ευρώπης. Είναι προφανές ότι μ’ ένα τέτοιο άνοιγμα η ίδια η έννοια «σπάει» και χάνει την όποια ερμηνευτική της δύναμη. Για να το πω όσο πιο συνοπτικά μπορώ, ο όρος λαϊκισμός κατασκευάστηκε όντως αναφορικά με τον ρωσικό ναροντνικισμό για να περιγράψει ορισμένα στοιχεία τής ρητορικής του, τονίζοντας ειδικά την απόκλιση ανάμεσα στην προπαγανδιστική χρήση λαϊκών στερεοτύπων και την ταξική βάση (μικροαστική, εν προκειμένω) της πολιτικής που τα χρησιμοποιεί. Γι’ αυτό και καθιερώθηκε έκτοτε ως ενδείκτης μιας χειραγωγικής πολιτικής έναντι των λαϊκών μαζών δήθεν στο όνομά τους – και αυτό αποκρυσταλλώνεται ακριβώς στην εννοιολογική διαφορά μεταξύ «λαϊκισμού» και «λαϊκότητας» (όπως, ας πούμε, μεταξύ «ισλαμισμού» και «ισλάμ»…). Με αυτή την έννοια κλασική ενσάρκωση, κατά κάποιον τρόπο ιδεότυπος, της λαϊκιστικής ιδεολογίας και πολιτικής είναι ο Περονισμός (και ό,τι τού μοιάζει: το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου στην Ελλάδα τής δεκαετίας τού ’80 πληροί οπωσδήποτε τα κριτήρια της έννοιας, όπως και πολλές ακροδεξιές ρητορικές στην Ευρώπη σήμερα, ή το ρεύμα τής «Νεορθοδοξίας» και πάλι στην Ελλάδα). Όταν όμως κάποιος επιχειρεί να συμπεριλάβει στην έννοιά του οιαδήποτε έκκληση για συσπείρωση των λαϊκών μαζών έναντι κάποιου υπαρκτού δυνάστη (όπως στην περίπτωση της αλγερίνικης επανάστασης μέσ’ από το συγκινητικό προσκλητήριο του Φραντζ Φανόν, και σε πολλά αντιαποικιακά και αντιιμπεριλιστικά κινήματα μέχρι της ημέρες μας σε ολόκληρο τον κόσμο), διαπράττοντας μάλιστα το ολέθριο ατόπημα να εξισώσει την «εκ των κάτω» ανατρεπτική και λυτρωτική βία με την κατασταλτική βία τής ακροδεξιάς, τότε όχι μόνο έχει διαρρήξει τα όρια ισχύος τής έννοιας, αλλά έχει προπαντός διασχίσει την κρίσιμη ––και πολύ λεπτή–– γραμμή που χωρίζει το κριτικό σκέπτεσθαι από την ιδεολογία.  

Ποια ακριβώς ιδεολογία είναι αυτή; Στο τελευταίο κομμάτι τού άρθρου του, όπου ο Ανδρέας Πανταζόπουλος φτάνει στο «δια ταύτα», όπως λέμε, τη σημερινή Ελλάδα και τις αντιμνημονιακές διαμαρτυρίες, ακτινογραφείται άπλετα η πολιτική του δέσμευση. Οικοδομείται εξ ολοκλήρου σε μια θλιβερή επανάληψη της φιλελεύθερης ρητορείας περί «ταυτίσεως των άκρων», που το πρακτικό της νόημα είναι να διασύρει κάθε αριστερή ριζοσπαστική πολιτική ως ταυτόσημη με την ακροδεξιά. Δύσκολα μπορεί να προβάλει σοβαρή ένσταση, μας εξομολογείται, στην ακόλουθη επισήμανση κάποιου ολιγόνοος αρθρογράφου τής Καθημερινής: «Είναι αξιοσημείωτο ότι οι θέσεις τής Χρυσής Αυγής, του βαθέως ΠΑΣΟΚ, της λαϊκιστικής Δεξιάς, της εθνικιστικής Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο Μνημόνιο ταυτίζονται απολύτως» (σελ. 237). Ε και; Αν η λαϊκιστική δεξιά σφετερίζεται και λεηλατεί για δικούς της λόγους τα λαϊκά αιτήματα, πρέπει η αριστερά να προσυπογράψει ομολογία πίστεως στον γραφειοκρατικό «εκσυγχρονισμό», στη θεολογία των αγορών και στη νομιμότητα των σύγχρονων κεφαλαιοκρατικών θεσμών;     

Όσες εκκλήσεις για «θεσμική νομιμότητα», «λαϊκή κυριαρχία», «συνταγματικό πατριωτισμό» ––αναρίθμητα ηχηρά παρόμοια–– κι αν ακούγονται από φιλελεύθερα χείλη, είναι δύσκολο να συγκαλυφθεί το γεγονός ότι μια κοινωνία τής αγοράς είναι κατ’ ανάγκη μια κοινωνία τής θεσμοποιημένης ανισότητας, ότι όλο το θεσμικό και δικαιικό πλέγμα των σύγχρονων κοινωνιών είναι ένας μηχανισμός σφαγιασμού των αδυνάτων στον στίβο τού ανταγωνισμού ιδιοτελών συμφερόντων, ένας μηχανισμός εξάρθρωσης κάθε υγιώς εννοούμενης ατομικότητας ως αυτοκαθορισμού και αυτενέργειας, και βεβαίως ένας μηχανισμός λεηλασίας τού φυσικού περιβάλλοντος σε βαθμό προγραμματισμένης οικοκτονίας. Αν ζητούμενο όλης αυτής τής συζήτησης είναι σε ποιον θα χρεωθεί ως ανεπιθύμητος συγγενής η ακροδεξιά, η απάντησή μας δεν είναι δύσκολη: στον αστικό φιλελευθερισμό, φυσικα! Ας μου επιτραπεί εδώ να θυμίσω μια ρήση τού Μαξ Χορκχάιμερ (από το δοκίμιό του Οι Εβραίοι και η Ευρώπη, 1938) που έλεγε «Η “επιβίωση του ισχυροτέρου”, πριν γίνει ιαχή για την συντριβή των κατώτερων φυλών, υπήρξε ο θεμέλιος λίθος τής φιλελεύθερης λογικής τής αγοράς»· και, σε τελευταία ανάλυση, «όποιος δεν θέλει να μιλήσει για καπιταλισμό, δεν πρέπει επίσης να μιλάει για τον φασισμό». Αντί να διασπείρουν τον συσκοτισμό τού προφανούς και τη εσκεμμένη νοητική σύγχυση, τα φερέφωνα του φιλελευθερισμού χρεώνονται την αναίρεσή της. 


Το άρθρο του Φώτη Τερζάκη είναι προδημοσίευση από το περιοδικό σημειωσεις, τ.75, που θα κυκλοφορήσει στα μέσα Ιουνίου.

Δείτε ακόμα