Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Μιχάλης Κατσαρός - Όταν…


Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση να πλημμυρίζει τα σαλόνια
όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
όταν ακούω σένα να μιλάς εγώ πάντα σωπαίνω.

Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία για νόμους ευαγγέλια και μια ζωή με τάξη
όταν ακούω να γελούν όταν ακούω πάλι να μιλούν εγώ πάντα σωπαίνω.

Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή
θ’ ανοίξω το στόμα μου θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράκτες στις ίδιες βρώμικες αυλές
τα οπλοστάσια οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.

Πάλι σας δίνω όραμα.

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Ένα βαγόνι γεμάτο νεκρούς




Άνοιξα τα μάτια λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Αυτό συμβαίνει τις μέρες του άγχους. Πρώτη σκέψη της ημέρας ‘δεν έχω πληρώσει τη δεη’. Γαμώ τη δεή η επόμενη σκέψη. Το αντίδοτο του άγχους κοιμάται δίπλα μου. Ευτυχώς. Μέχρι να φτάσω στο μετρό η δεη έχει γίνει μια δουλειά που θα ταχτοποιήσω αύριο.

Μπαίνω στο μετρό. Αλλάζω γραμμή στο σύνταγμα και μπαίνω στο βαγόνι που με οδηγεί στον τελικό προορισμό. Μόλις που πρόλαβα να βρω τη γωνιά μου και να βγάλω το βιβλίο, μια σπαρακτική φωνή από δίπλα επαναλαμβάνει ‘Δε μπορώ να πάρω ανάσα’, ΄Χάνομαι’. Είναι μια γυναίκα γύρω στα 40 με τα ρούχα της δουλειάς. Έχει ιδρώσει, το βλέμμα της φανερώνει απελπισία, δε μπορεί να πάρει ανάσα. Παθαίνει έμφραγμα, κρίση πανικού, τι συμβαίνει; Οι διπλανοί της δεν την κοιτάνε καν. Την πλησιάζω. Δεν κουνιέται κανείς.

Μόνο εγώ την ακούω ρε; Τι γίνεται;

Στη διαδρομή μέχρι την επόμενη στάση, φωνάζει σπαρακτικά πως δεν έχει ανάσα. Κουνάει τα χέρια της για να κάνει αέρα στο πρόσωπο της. Σηκώνεται όρθια, το σώμα της έχει μια κλίση προς τα πάνω σαν να προσπαθεί να βγει πάνω από όλους μας για να αναπνεύσει.

Δε νιώθετε ρε σείς την απελπισία της;

Η οδηγός του μετρό έρχεται στο βαγόνι μας και με πολύ αυστηρό ύφος της λέει ‘ Σας παρακαλώ κυρία μου περάστε έξω’. Δε μπορώ να καταλάβω τι γίνεται, γιατί της μιλάει έτσι, τι έκανε λάθος; Τη βοηθάω να βγει έξω. Την ώρα που βγαίνει φωνάζει ‘είχε σταματήσει για χρόνια. Με έχει πιάσει κρίση πανικού. Χάνομαι’. Ζητάει απελπισμένα ένα μπουκάλι νερό. Το ξέρω ότι δεν έχω στην τσάντα αλλά κοιτάω. Δε ξέρω τι να κάνω. Ένα μπουκάλι νερό ρε σεις. Ο χρόνος έχει παγώσει στην αποβάθρα. Στην απόλυτη ησυχία μια γυναίκα φωνάζει την απελπισία της. Δε μπορεί να αναπνεύσει. Την ακούτε;

Γιατί κοιτάτε όλοι έτσι; Τι έχετε πάθει ρε; Τι σας συμβαίνει;

Ένας ζωντανός ανάμεσα τους της ρίχνει ένα μπουκάλι νερό στα μαλλιά, μια άλλη ζωντανή της δίνει οδηγίες για βαθιές ανάσες. Συνέρχεται. Ηρεμεί. Η ανάσα της κοπάζει, αλλάζει το βλέμμα της. Ζητάει συγνώμη.

Σας ζητάει συγνώμη ρε.

Πλησιάζει το βαγόνι, κάνει να ξαναμπεί. Δυο γυναίκες γύρω στα 60 δεν την αφήνουν. Απαγορεύεται να μπεις της λένε. Η κοπέλα που την είχε βοηθήσει νωρίτερα κι εγώ από λίγο πιο πίσω τους απαντάμε. Τι σημαίνει απαγορεύεται; Οι πόρτες κλείνουν, η γυναίκα μένει απέξω, το μετρό φεύγει.

Τι συμβαίνει; Υπάρχει κάποιος άνθρωπος εδώ μέσα ή έχετε πεθάνει όλοι ρε σεις;

Κλαίω. Δεν είναι μόνο η απελπισία της και τα σπαρακτικά της λόγια που με έχουν λυγίσει. Είναι που δεν υπάρχουν ζωντανοί. Τι έχουν πάθει; Δε μπορώ να συγκρατήσω με τίποτα τα δάκρυα μου. Τα σκουπίζω. Ό άντρας δίπλα μου με κοιτάει.

Τι με κοιτάς ρε; Κι αυτό σου φαίνεται περίεργο; Νιώθεις ρε;

Κι άλλος ένας ζωντανός, γύρω στα 60, κλαίει κι αυτός. Δεν προλαβαίνω να τα μαζέψω και πέφτουν κι άλλα. Κλαίμε εμείς για σας, τρέχουμε εμείς για σας. Για σας, τα ζόμπι με τις ωτοασπίδες που αγχώνεστε να φτάσετε στη δουλειά σας. Που κοιτάνε παγωμένοι, που μπροστά στην απελπισία του άλλου μάθατε μόνο να παγώνετε. Δε σκεφτήκατε σε καμία στιγμή άραγε πως θα μπορούσατε να είστε εσείς στη θέση της; Δε ξέρω πως τα καταφέρνετε.

Βγαίνω από το μετρό. Θέλω να μιλήσω σε έναν ζωντανό. Τα λέω. Κλαίω. Πρώτα μια περιγραφή, μετά η στεναχώρια και τα δε θέλω να ζω εδώ, κωλοέλληνες.

Εδώ, η ζωή δυσκολεύει. Νομίζεις πως θα την αντέξεις, από τη μία σκέφτεσαι πως εσύ πρέπει να συνεχίσεις να είσαι αυτός που θα βοηθήσεις τη γυναίκα που χάνεται και από την άλλη δεν αντέχεις άλλο να τους κοιτάς όλους αυτούς τους παγωμένους. Τους αδιάφορα παγωμένους.

Καθώς έμπαινα στο γραφείο, με έπιασα να φωνάζω σιωπηλά αυτά που δεν είπα στην 60άρα με το απαγορεύεται. Πόσα ‘εσείς μας φέρατε ως εδώ’ να επανέλαβα άραγε.

Την ξέρω την κρίση πανικού. Είναι μια σκέτη φρίκη. Ωμή απελπισία που σου κόβει την ανάσα. Αυτό που σε πεθαίνει όμως δεν είναι αυτό. Θάνατος είναι αυτά τα εκατοντάδες όρθια και καθιστά ζόμπι που παρακολουθούσαν. Τα σώματα τους έχουν παγώσει από το θάνατο. Η μόνη με ζεστό ακόμα χνώτο φώναζε ‘χάνομαι’ και 4-5 ζωντανοί της κρατούσαν το χέρι. Αυτοί, οι μόνοι ζεστοί.

Πηγή: http://mpananas.wordpress.com

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Γασσάν Καναφάνι: 40 χρόνια από τη δολοφονία του



"Σ' αυτούς που έφυγαν αλλά παραμένουν ακόμα σύντροφοι: Γνωρίζατε δύο δρόμους στη ζωή, και η ζωή ήξερε από εσάς μόνο έναν. Γνωρίζατε το δρόμο της υποταγής και τον αρνηθήκατε. Και γνωρίζατε το δρόμο της αντίστασης και τον περπατήσατε. Αυτό το δρόμο διαλέξατε να πάρετε. Και οι σύντροφοί σας προχωρούν μαζί σας."
 
"Στόχος της εκπαίδευσης είναι να διορθώσει την πορεία της ιστορίας. Γι' αυτό χρειάζεται να μελετάμε την ιστορία και να κατανοούμε τη διαλεκτική της, με σκοπό να χτίσουμε μια νέα ιστορική εποχή, στην οποία οι καταπιεσμένοι θα ζουν -μετά την απελευθέρωσή τους με επαναστατική βία- από την αντίφαση που τους γοήτευσε."

"Ο παλαιστινιακός σκοπός δεν είναι ένας σκοπός μόνο για τους Παλαιστίνιους, αλλά για κάθε επαναστάτη, οπουδήποτε κι αν βρίσκεται, ένας σκοπός των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων μαζών της εποχής μας."

Gassan Kanafani

Βίντεο για τη ζωή και το έργο του Γασσάν Καναφάνι, του συγγραφέα, ζωγράφου και δημοσιογράφου τον οποίο δολοφόνησε το Ισραήλ στις 8 Ιουλίου 1972:



Ο Γασσάν Καναφάνι (Ghassan Kanafani) γεννήθηκε στην πόλη Άκκα ή Άκρα (Acre) το 1936. Η οικογένειά του εκδιώχθηκε από την Παλαιστίνη το 1948 από την σιωνιστική τρομοκρατία και εγκαταστάθηκε τελικά στη Δαμασκό. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, εργάστηκε σαν δάσκαλος και δημοσιογράφος, πρώτα στη Δαμασκό και μετά στο Κουβέιτ. Αργότερα μετακόμισε στη Βηρυτό και έγραψε για διάφορες εφημερίδες πριν ξεκινήσει -το 1969- την εβδομαδιαία εφημερίδα του PFLP, Al Hadaf,. Ήταν εκπρόσωπος τύπου του PFLP και μέλος του πολιτικού του γραφείου, καθώς επίσης και μεγάλος μυθιστοριογράφος και καλλιτέχνης του οποίου η τεράστια συνεισφορά δεν μπορεί να τονιστεί.
Στο ξεκίνημά του ο Kanafani ήταν ενεργό μέλος του Αραβικού Εθνικιστικού Κινήματος, που αποτέλεσε πρόδρομο του PFLP, αλλά αργότερα, μαζί με το σύντροφό του George Habash, έγινε μαρξιστής, πιστεύοντας ότι στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Παλαιστίνιοι δεν θα μπορούσε να δοθεί λύση χωρίς μια κοινωνική επανάσταση σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο.
Στα απομνημονεύματα που η σύζυγος του Ghassan Kanafani δημοσίευσε μετά το θάνατό του, έγραψε: 
"Η έμπνευσή του για να γράφει και να εργάζεται ακατάπαυστα ήταν ο Παλαιστινιακός και αραβικός αγώνας ... Ήταν ένας από εκείνους που πάλεψαν ειλικρινά για τη μετεξέλιξη του κινήματος αντίστασης από εθνικιστικό απελευθερωτικό κίνημα σε παναραβικό επαναστατικό σοσιαλιστικό κίνημα, του οποίου η απελευθέρωση της Παλαιστίνης θα αποτελούσε ζωτικής σημασίας συστατικό. Πάντα τόνιζε ότι το Παλαιστινιακό πρόβλημα δεν θα μπορούσε να λυθεί απομονωμένο από τη συνολική κοινωνική και πολιτική κατάσταση του αραβικού κόσμου."
Αυτή η τοποθέτηση αναπτύχθηκε φυσικά από την προσωπική εμπειρία του Kanafani. Στα δώδεκά του χρόνια βίωσε την τραυματική εμπειρία της προσφυγιάς, και έκτοτε έζησε ως εξόριστος σε διάφορες αραβικές χώρες, όχι πάντα νόμιμα. Ο λαός του διασκορπίστηκε, πολλοί από αυτούς ζούσαν σε προσφυγικά στρατόπεδα ή αγωνίζονταν να βγάλουν τα προς το ζην κάνοντας τις πιο ταπεινές δουλειές. Η μόνη τους ελπίδα ακουμπούσε στο μέλλον και τα παιδιά.
Δολοφονήθηκε από τους σιωνιστές πράκτορες τον Ιούλιο του 1972, όταν εξερράγη το αυτοκίνητό του.

Άνθρωποι στον ήλιο 
Στα ελληνικά κυκλοφορεί το διήγημα του Γασσάν Καναφάνι, "Άνθρωποι στον ήλιο", σε μετάφραση του Νασίμ Αλάτρα, από τις εκδόσεις "Καστανιώτη"
Στο Άνθρωποι στον Ήλιο, ο Καναφάνι περιγράφει τρείς Παλαιστίνιους που προσπαθούν να περάσουν τα σύνορα ανάμεσα στο Ιράκ και το Κουβέιτ για να αναζητήσουν δουλειά. Στο τέλος του διηγήματος, οι άντρες πεθαίνουν στο βυτίο νερού ενώ ένας άλλος ζητούσε άδεια για να περάσει τα σύνορα. Μετά από αυτά τα γεγονότα, αναρωτιέται: γιατί δεν χτύπησαν τον τοίχο του βυτίου νερού; Αλλά και πάλι το πρόβλημα είναι ποιός είπε ότι δεν χτύπησαν; Και αν χτύπησαν, ποιός θα άκουγε και θα εγγυόταν ότι η αστυνομία δεν θα τους πυροβολούσε; Αυτές οι σελίδες είναι βαθιά συμβολικές σε σχέση με την Παλαιστινιακή κατάσταση.

Στην κηδεία του Γασσάν Καναφάνι
"Οι Ισραηλινοί ήθελαν να τον δολοφονήσουν τον Γασσάν Καναφάνι, για να αδειάσουν τους δρόμους και τις πλατείες από αντάρτες,  και στη κηδεία του γέμισαν οι δρόμοι και οι πλατείες αντάρτες. Τα όπλα ήταν περισσότερα από τους ανθρώπους και οι σφαίρες ακόμα περισσότερες. Δεν έχετε μάθει ακόμα την εξίσωση εχθροί του ήλιου ...Όσους περισσότερους σκοτώνετε τόσο περισσότεροι θα είμαστε εμείς και τα όπλα μας.. και οι λέξεις μας για τον Γασσάν..." 
(Νασίμ Αλάτρας)

ΠΗΓΕΣ: το blog του Νασίμ Αλάτρα r-freepalestine  intifadagr

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

Το πρόσωπο του τέρατος και ο φόβος μήπως το συνηθίσουμε


Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.

(...)

Από την ώρα που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ το μυαλό της κότας. Απ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τί να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;

Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.

Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ τους εχθρούς.

Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.

- Πώς λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω και τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.

(...)
Πώς θ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;
(...)




Από δημοσίευση στο FB της Thomas Cat

Δείτε ακόμα