Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Η Ρεπούση κι ο χορός του Ζαλόγγου

Του Γιάννη Ανδρουλιδάκη

Διαπιστώνω ότι από χθες το απόγευμα πάρα πολύς κόσμος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης -και όχι μόνο- επιτίθεται στην βουλευτίνα της ΔΗΜΑΡ Ρεπούση, για τη δήλωσή της ότι «ο χορός του Ζαλόγγου ήταν ένας εθνικός μύθος». Μάλιστα, είναι ενδιαφέρον ότι τα χτυπήματα έρχονται από αντιφατικές μεριές: κάποιοι θεωρούν ότι η δήλωση της Ρεπούση συνιστά ψέμα και την αναδεικνύει ως αγράμματη, άλλοι βρίσκουν τη δήλωση άκαιρη, μερικοί καταλαβαίνουν ότι η Ρεπούση θέλει να τραβήξει επάνω της την προσοχή και διάβασα κάπου επίσης, ότι στόχος της είναι να απαλλάξει την ιστορία μας από κάθε στοιχείο αντίστασης (προσωπικά δεν θα χαρακτήριζα ακριβώς «αντιστασιακή» μια ομαδική αυτοκτονία, αλλά ας είναι). Κοινό στοιχείο των τριών τελευταίων απόψεων είναι ότι θεωρούν μάλλον αληθή τη δήλωση της Ρεπούση: ο χορός του Ζαλόγγου δεν υπήρξε πραγματικό γεγονός.

Σχετικά με την ομάδα των ανθρώπων που πιστεύει ότι η Ρεπούση κάνει λάθος και ο Χορός του Ζαλόγγου είναι πραγματικό γεγονός, δεν έχω να πω και πολλά πράγματα. Η Ιστορία ως επιστήμη δεν είναι βέβαια Φυσική ή Μαθηματικά, αλλά μια σχετική αυστηρότητα την έχει. Εδώ μιλάμε για ένα «γεγονός» που δεν έχει καταγραφεί ποτέ και πουθενά, το οποίο από τη φύση του θα έπρεπε να μην έχει μάρτυρες (γνωστό το ανέκδοτο σχετικά με το «τι να έκανε η τελευταία του χορού») και διέπεται ως διήγηση από μια σειρά αντιφάσεων. Για παράδειγμα, η πιθανότητα να τραγούδαγαν οι ηρωικές σουλιώτισες ''Εχετε γεια βρυσούλες/ κάμποι βουνά ραχούλες'' είναι ευθέως ανάλογη της πιθανότητας να τραγούδαγαν ''So long taps/ lowlands, mountains and ridges'', δεδομένου ότι στο Σούλι μιλάγανε αρβανίτικα και όχι ελληνικά και η ύπαρξη κρυφών φροντιστηρίων παραμένει υπό αμφισβήτηση.

Με ενδιαφέρει ωστόσο περισσότερο, το κομμάτι εκείνο που ενώ αποδέχεται την ορθότητα της θέσης που εξέφρασε η Ρεπούση, ανακαλύπτει διάφορες αιτίες για να της επιτεθεί. Καταλαβαίνω βέβαια ότι η Ρεπούση δεν είναι ιδιαίτερα συμπαθής: ούτε ως πρόσωπο ούτε ως βουλευτίνα της ΔΗΜΑΡ. Επίσης έχει γράψει διάφορες ανοησίες κατά καιρούς, οι οποίες κατά τη γνώμη μου δεν είναι παρά μια προσπάθεια του εθνικισμού να αλλάξει δέρμα. Στο θέμα μας, ωστόσο, αναρωτιέμαι: Ποια είναι η «έγκαιρη στιγμή» για να πεις κάποιος κάτι που ισχύει; Και μάλιστα κάτι το οποίο έχει συλλογική ισχύ και δεν αφορά διαπροσωπικές σχέσεις. Κατανοώ γιατί να αποκρύψεις σε έναν βαριά ασθενή πόσος καιρός ζωής του μένει, αλλά όχι γιατί να αποκρύψεις από ένα κοινωνικό σύνολο ότι ο Χορός του Ζαλόγγου δεν είναι πραγματικό γεγονός. Σε γενικές γραμμές, θα έλεγα, ότι όσο μεγαλύτερη είναι η γνώση της πραγματικότητας, τόσο πιο εύκολη είναι και η προσφυγή στη διαλεκτική σκέψη, ως εκ τούτου η αλήθεια, αν δεν είναι επαναστατική, είναι πάντως παράγοντας όξυνσης του νου. Εκτός αυτού, η πραγματική ζωή δεν είχε «έγκαιρες στιγμές», συνηθίζει να προχωρά με ρήξεις.

Μια δεύτερη ιδέα είναι ότι η θέση της Ρεπούση «ενισχύει τη Χρυσή Αυγή». Αυτή είναι μια πολύ επικίνδυνη ιδέα. Υπονοεί ότι η κοινωνία είναι αρκετά ηλίθια ώστε να είναι καταδικασμένη να πιστεύει σε μύθους, άρα εμείς πρέπει να αφήνουμε τους ήδη υπάρχοντες στη θέση τους και αν είναι δυνατόν να κατασκευάζουμε τους δικούς μας και να τους καθιστούμε ισχυρότερους. Είναι λοιπόν μια ιδέα που θεωρεί δεδομένη τη συλλογική ηλιθιότητα, επενδύει σε αυτήν και προσπαθεί να την καθοδηγήσει. Εδώ βρίσκεται η πηγή ενός νέου ολοκληρωτισμού. Οι κομμουνιστές, αντίθετα, δεν πιστεύουμε στη συλλογική ηλιθιότητα, αλλά στην δυνατότητα των κοινωνιών να χειραφετηθούν δια της μόρφωσης αλλά και δια της ελεύθερης δράσης τους. Με γνώμονα τις ανάγκες τους και όχι τους μύθους τους. Επικαλούμαι εδώ το σχήμα του Βολτέρου : «Κι όμως, υπάρχει κάποιος που είναι πιο έξυπνος και από τη μεγαλύτερη μεγαλοφυΐα και αυτή είναι η ανθρωπότητα ολόκληρη», αλλά και του Μπρεχτ: «Αλίμονο στους λαούς που έχουν ανάγκη από ήρωες».

Τέλος, υπάρχει και η αντίληψη εκείνη που λέει ότι χρέος μας είναι όχι να διαψεύσουμε τους εθνικούς μύθους, αλλά να τους προσεταιριστούμε: να γίνουμε εμείς το έθνος. Για να το πράξουμε μάλιστα αυτό, μπορούμε να τους ερμηνεύσουμε αυθαίρετα κατά το δοκούν. Ετσι, μια υποτιθέμενη συλλογική αυτοκτονία, πράξη αναμφίβολα γενναία και οριακή αλλά σε κάθε περίπτωση παραίτησης, ονομάζεται «αντίσταση». Ανάλογα χαρακτηριστικά μπορούν να δοθούν σε διάφορες όψεις θρησκευτικότητας ή υποταγής και πάει λέγοντας. Η ιδέα αυτή, δεν βασίζεται παρά σε ένα εντελώς αξιολύπητο σύνδρομο κατωτερότητας, που οφείλεται στην αίσθηση του «διωγμένου» που κατατρέχει την ελληνική αριστερά: μια μηχανιστική αντίληψη ότι «όλα αυτά είναι δικά μας».

Η αλήθεια είναι ότι το έθνος –το κάθε έθνος- γεννά τους μύθους του για να ενσωματώσει τις κοινωνίες μέσα στον κεντρικό μύθο που είναι το Εθνος το ίδιο. Κομμουνιστές και προλετάριοι, εμείς, αντιλαμβανόμαστε τη συλλογικότητα διαφορετικά: ως μια ομοσπονδία αναγκών και όχι ως μια συγκέντρωση έμμονων ιδεών. Η κατάρρευση των εθνικών μύθων, δεν είναι μια μνησίκακη ανάγκη, αλλά ένα πραγματικό βήμα προς τον κομμουνισμό. Είναι προφανές ότι αυτό το τελευταίο δεν αφορά καθόλου τη Ρεπούση. Η υπεράσπιση των εθνικών μύθων όμως, η απολογητική και συνδροματική στάση απέναντι στην ιδέα του Εθνους, δεν αφορά καθόλου την κομμουνιστική τάση μέσα στην κοινωνία.

Ας αποφασίσουμε εμείς, εάν θα συνεχίσουμε να την υπερασπίζουμε ή θα εξακολουθούμε να γυρεύουμε λίγα ψίχουλα αποδοχής από έναν προκατασκευασμένο κορμό που τον θεωρούμε πανίσχυρο.

Ο κομμουνισμός, λέμε, είναι η νιότη του κόσμου. Οι κομμουνιστές είμαστε σε πολιτικό επίπεδο παιδιά: μπορούμε να φωνάξουμε ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός. Δεν έχουμε κανένα λόγο από τη μεριά μας, να χορεύουμε πολιτικούς χορούς του Ζαλόγγου.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

David Bowie in Bertolt Brecht's Baal


Υπάρχει μια κινέζικη φιγούρα, συνήθως μεγάλη όσο ένα δάχτυλο, χαραγμένη στο ξύλο, που ρίχτηκε κατά χιλιάδες στην αγορά και που παριστάνει το μικρό χοντρό θεό της ευτυχίας, που τεντώνεται τεμπέλικα. Αυτός ο Θεός, που ερχόταν από την Ανατολή, γυρίζει μετά από ένα μεγάλο πόλεμο στις καταστραμμένες πόλεις και ήθελε να παρακινήσει τους ανθρώπους να αγωνιστούν για την προσωπική τους ευτυχία και ευημερία. Μαζεύει μαθητές διάφορων ειδών και επισύρει τις διώξεις των αρχών όταν μερικοί απ’ αυτούς αρχίζουν να διδάσκουν ότι οι αγρότες πρέπει να πάρουν γη, οι εργάτες ν’ αναλάβουν τα εργοστάσια, τα παιδιά των εργατών και των αγροτών να κατακτήσουν τα σχολεία. Συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Και τότε οι δήμιοι δοκιμάζουν τις τέχνες τους πάνω στο μικρό Θεό της ευτυχίας. Όμως τα δηλητήρια που του δίνουν εκείνου απλώς του αρέσουν, το κεφάλι που του κόβουν του ξαναφυτρώνει αμέσως, στην κρεμάλα εκτελεί ένα χορό που η ευθυμία του είναι κολλητική, και πάει λέγοντας. Είναι αδύνατο να σκοτωθεί εντελώς ο πόθος των ανθρώπων για την ευτυχία.
(Απόσπασμα από το Πολιτικό Καφενείο)



Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Νόαμ Τσόμσκι και Έντουαρντ Σ. Χέρμαν - Η πολιτική ατζέντα των ΜΜΕ




Οι αμερικανοί καθηγητές Νόαμ Τσόμσκι και Έντουαρντ Σ. Χέρμαν στο ντοκιμαντέρ με ελληνικούς υπότιτλους "Η πολιτική ατζέντα των ΜΜΕ" επιχειρηματολογούν εξηγώντας το μηχανισμό μέσα από τον οποίο τα επικρατέστερα ΜΜΕ, ειδικότερα στις ΗΠΑ αλλά και γενικότερα στις δυτικού τύπου δημοκρατίες, εκφράζουν και εξυπηρετούν τα συμφέροντα της εκάστοτε κυρίαρχης οικονομικής και πολιτικής ελίτ με έναν τρόπο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως λειτουργία προπαγάνδας.

Έχοντας επισημάνει ότι η λειτουργία της δημοκρατίας συναρτάται από την ελευθερία της επιλογής στη βάση της πληροφόρησης, εξετάζουν το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των ΜΜΕ και θέτουν μια σειρά από διεισδυτικά ερωτήματα: επιτρέπει η θεσμική δομή των ΜΜΕ την έκφραση οποιασδήποτε πηγής και την εξέταση οποιουδήποτε θέματος; Οι απόψεις που εκφράζονται προέρχονται από ένα ευρύ φάσμα ή όχι; Πώς ακριβώς επηρεάζεται η ποιότητα της δημοκρατίας από τις απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά;

Τα πέντε φίλτρα της ενημέρωσης

Το μοντέλο προπαγάνδας όπως περιγράφεται από τους Τσόσμκι και Χέρμαν κρίθηκε το 1988 όταν πρωτοδημοσιεύτηκε ως μία από τις πιο σοβαρές και διεισδυτικές μελέτες για τη λειτουργία των ΜΜΕ, παρότι αγνοήθηκε από το κατεστημένο, πολιτικό και ακαδημαϊκό. Ανιχνεύει τους δρόμους μέσα από τους οποίους το χρήμα και η εξουσία μπορεί να φιλτράρουν τις ειδήσεις, περιθωριοποιώντας τη διαφωνία και επιτρέποντας στην κυβέρνηση και στα κυρίαρχα ιδιωτικά συμφέροντα να διασπείρουν τα μηνύματά τους στο κοινό.

Τα βασικά συστατικά αυτού του μοντέλου προπαγάνδας προσδιορίζονται ως «φίλτρα ενημέρωσης» και επιτελούν συμπληρωματικές λειτουργίες: το φίλτρο της ιδιοκτησίας, το φίλτρο της διαφήμισης, το φίλτρο του ορισμού των ειδήσεων (τι συνιστά είδηση), το φίλτρο της μορφοποίησης των ειδήσεων (το ζήτημα της αντικειμενικότητας) και τέλος το φίλτρο της εναντίωσης (πιέσεις από κύκλους συμφερόντων).

Τι είναι ακριβώς τα ΜΜΕ που ορίζουν τις πολιτικές κατευθύνσεις;

Σύμφωνα με τους αναλυτές, πρόκειται για «μεγάλες εταιρίες που ανήκουν σε μεγαλύτερες, δηλαδή δευτερεύοντες πόλοι τεράστιων συγκεντρώσεων ιδιωτικής ισχύος». Οι παρεμβάσεις των ιδιοκτητών τους συνήθως δε γίνονται με τρόπο κατάφορο αλλά φτάνουν μέχρι και με επιβολή συνολικής πολιτικής («Όταν μονοπωλείς, υπαγορεύεις» σημειώνει ο Ρ. Μερντοκ, πρόεδρος της News Corporation»).

Ο Νόαμ Τσόμσκι σημειώνει ότι όπως και άλλες εταιρίες, τα ΜΜΕ πωλούν ένα προϊόν σε μια αγορά. Στην περίπτωσή τους η αγορά είναι άλλες εταιρίες - οι διαφημιστές - και το προϊόν τους είναι το κοινό.

Εξετάζοντας τη βασική θεσμική δομή του συστήματος ένας εχέφρων άνθρωπος θα αναρωτηθεί τι είδους ειδήσεις παράγονται. Η εικόνα του κόσμου που παράγεται θα είναι τέτοια ώστε να εξυπηρετεί τις ανάγκες και τα συμφέροντα των πωλητών και καταναλωτών.

Κατά συνέπεια διαμορφώνονται «άγραφοι νόμοι» για ζητήματα που κάθε μέσο καλείται να γνωρίζει ότι πρέπει να αποφεύγει ώστε να μην έρθει αντιμέτωπο με μποϊκοτάζ διαφημίσεων - η αποκαλούμενη εταιρική λογοκρισία.

Ενώ τα ΜΜΕ εξαρτώνται από μια σταθερή ροή ειδήσεων και βασίζονται σε ισχυρές πηγές που τους παρέχουν αυτή τη ροή, συγκεκριμένες επαφές δημοσιογράφων με κυβερνητικές πηγές δημιουργούνται και λειτουργούν σε καθημερινή βάση ως παροχείς πρωτογενών πληροφοριών. Παράλληλα, ενώ οι δημοσιογράφοι δεν πρέπει να εκφράζουν απόψεις στο ρόλο του ρεπόρτερ, το κάνουν, αλλά όχι με τα δικά τους λόγια.

Ο βασικότερος τρόπος είναι να πας στον "ειδήμονα" και να τον ρωτήσεις. Δεν πρόκειται για δική σου άποψη. ο ειδήμονας είναι "αντικειμενικός" - όμως διαλέγεις τους ειδήμονες έτσι ώστε να εκφράζουν αποδεκτές απόψεις.

Το γεγονός ότι αντιφρονούντες μπορεί να είναι επίσης ειδήμονες στα θέματα που εξετάζονται παρακάμπτεται από τη δημιουργία «δεξαμενών σκέψης» (think tanks), ιδρυμάτων δηλαδή που συχνά χρηματοδοτούνται από μεγάλες εταιρίες και σκοπό έχουν να συγκεντρώσουν τις αποδεκτές απόψεις κάτω από την ομπρέλα της «αντικειμενικότητας».

Μαζί με τις κυβερνητικές πιέσεις, τις πιέσεις των μεγαλοεταιριών και άλλων ομάδων πίεσης που χρηματοδοτούνται από εταιρίες, μια δομή που στην ακραία της μορφή βρίσκει εφαρμογή στις ΗΠΑ, διαμορφώνεται ένα κλειστό σύστημα, σημειώνουν οι Χέρμαν και Τσόμσκι, όπου τις ειδήσεις τις παρέχει η Κυβέρνηση μέσω ισχυρών πηγών σε κυβερνητικό επίπεδο και ακολουθούν συμπληρωματικά οι «ανεξάρτητοι ειδήμονες».

Περισσότερα για τις επιπτώσεις όσων προσπαθούν να κινηθούν αντίθετα σε αυτό το θεσμικό πλαίσιο, καθώς και τις συνέπειες που έχει η επιβοηθούμενη κυβερνητική πολιτική στο κράτος πρόνοιας, στην κοινωνική ασφάλιση και υγειονομική περίθαλψη... στην οθόνη του υπολογιστή σας.

Πηγή: ntokimanter.net/

Δείτε ακόμα